Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obstinate
01
πεισματάρης, επίμονος
stubborn and unwilling to change one's behaviors, opinions, views, etc. despite other people's reasoning and persuasion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most obstinate
συγκριτικός βαθμός
more obstinate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The obstinate child refused to eat his vegetables, no matter how much his parents coaxed him.
Το πεισματάρικο παιδί αρνήθηκε να φάει τα λαχανικά του, ανεξάρτητα από το πόσο το παρακάλεσαν οι γονείς του.
02
πεισματάρης, επίμονος
(of an issue) difficult to manage or overcome
Παραδείγματα
The region suffers from obstinate droughts year after year.
Η περιοχή υποφέρει από πεισματικές ξηρασίες χρόνο με το χρόνο.
to obstinate
01
επιμένω, πείσμων
to persist stubbornly in an opinion, course, or action
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obstinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
obstinates
ενεστώτα μετοχή
obstinating
απλός αόριστος
obstinated
παθητική μετοχή
obstinated
Παραδείγματα
He obstinated in his refusal to apologize.
Εκείνος επέμενε στην άρνησή του να ζητήσει συγγνώμη.
Λεξικό Δέντρο
obstinately
obstinate
obstin



























