obstinate
obs
ˈɒbs
obs
ti
ti
nate
nət
nēt
obstipate

Ορισμός και σημασία του "obstinate"στα αγγλικά

01

πεισματάρης, επίμονος

stubborn and unwilling to change one's behaviors, opinions, views, etc. despite other people's reasoning and persuasion 
obstinate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most obstinate
συγκριτικός βαθμός
more obstinate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The obstinate child refused to eat his vegetables, no matter how much his parents coaxed him. 

Το πεισματάρικο παιδί αρνήθηκε να φάει τα λαχανικά του, ανεξάρτητα από το πόσο το παρακάλεσαν οι γονείς του.

02

πεισματάρης, επίμονος

(of an issue) difficult to manage or overcome 
Παραδείγματα
The region suffers from obstinate droughts year after year. 

Η περιοχή υποφέρει από πεισματικές ξηρασίες χρόνο με το χρόνο.

to obstinate
01

επιμένω, πείσμων

to persist stubbornly in an opinion, course, or action 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obstinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
obstinates
ενεστώτα μετοχή
obstinating
απλός αόριστος
obstinated
παθητική μετοχή
obstinated
Παραδείγματα
He obstinated in his refusal to apologize. 

Εκείνος επέμενε στην άρνησή του να ζητήσει συγγνώμη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store