Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Obstetrics
01
μαιευτική, γυναικολογία μαιευτική
the medical field that deals with pregnancy, childbirth, and care of mothers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She studied obstetrics at medical school.
Σπούδασε μαιευτική στην ιατρική σχολή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
obstetrics
obstetr



























