Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accidentally
Παραδείγματα
They accidentally left the door unlocked all night.
Κατά λάθος άφησαν την πόρτα ξεκλείδωτη όλη τη νύχτα.
1.1
τυχαία, ακούσια
in a way that happens without deliberate plan or intention
Παραδείγματα
They accidentally offended the host by not bringing a gift.
Κατά λάθος προσέβαλαν τον οικοδεσπότη μην φέρνοντας δώρο.
02
τυχαία, κατά λάθος
of a minor or subordinate nature
Λεξικό Δέντρο
accidentally
accidental
accident



























