Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accidentally
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She accidentally knocked over the vase while reaching for her phone.
Κατά λάθος αναποδογύρισε το βάζο ενώ έπιανε το τηλέφωνό της.
1.1
τυχαία, ακούσια
in a way that happens without deliberate plan or intention
Παραδείγματα
We accidentally offended them by forgetting their anniversary.
Τους προσβάλαμε ακούσια ξεχνώντας την επέτειό τους.
02
τυχαία, κατά λάθος
of a minor or subordinate nature
Λεξικό Δέντρο
accidentally
accidental
accident



























