oblivion
ob
ˈəb
ēb
li
li
vion
viən
viēn

Ορισμός και σημασία του "oblivion"στα αγγλικά

01

λήθη, μηδέν

the state of being completely forgotten or overlooked 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Without preservation efforts, historic landmarks risk falling into oblivion and losing their cultural significance. 

Χωρίς προσπάθειες διατήρησης, τα ιστορικά αξιοθέατα κινδυνεύουν να πέσουν στην λήθη και να χάσουν την πολιτιστική τους σημασία.

02

λήθη, απύθμενος

a state of being completely unaware or detached from one's surroundings 
Παραδείγματα
Lost in his thoughts, he walked through the busy streets in total oblivion. 

Χαμένος στις σκέψεις του, περπατούσε στους πολυσύχναστους δρόμους σε πλήρη λήθη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store