Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Obbligato
01
υποχρεωτικό, υποχρεωτικό μέρος
a musical part that is integral to a piece of music and cannot be omitted
Παραδείγματα
The guitarist performed the obbligato with finesse and sensitivity, enhancing the singer's ballad with intricate embellishments and harmonies.
Ο κιθαρίστας εκτέλεσε το obbligato με λεπτότητα και ευαισθησία, εμπλουτίζοντας τη μπαλάντα της τραγουδίστριας με περίπλοκες διακοσμήσεις και αρμονίες.
02
obbligato, επίμονο αλλά δευτερεύον μοτίβο
a persistent but subordinate motif



























