obbligato
Pronunciation
/ˌɑːblɪɡˈɑːɾoʊ/
obligato

Ορισμός και σημασία του "obbligato"στα αγγλικά

01

υποχρεωτικό, υποχρεωτικό μέρος

a musical part that is integral to a piece of music and cannot be omitted
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
obbligatos
Παραδείγματα
The guitarist performed the obbligato with finesse and sensitivity, enhancing the singer's ballad with intricate embellishments and harmonies.
Ο κιθαρίστας εκτέλεσε το obbligato με λεπτότητα και ευαισθησία, εμπλουτίζοντας τη μπαλάντα της τραγουδίστριας με περίπλοκες διακοσμήσεις και αρμονίες.
02

obbligato, επίμονο αλλά δευτερεύον μοτίβο

a persistent but subordinate motif
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store