oaken
oa
ˈəʊ
εου
ken
kən
καν
tokenspokenbrokenbetoken

Ορισμός και σημασία του "oaken"στα αγγλικά

01

από δρύ, σαν δρύ

made of or resembling oak wood 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
material, wood, construction
Παραδείγματα
The table was crafted from oaken wood, its sturdy construction attesting to the durability of the material. 

Το τραπέζι ήταν κατασκευασμένο από δρυ ξύλο, η στέρεη κατασκευή του μαρτυρά την ανθεκτικότητα του υλικού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store