nutter
Pronunciation
/ˈnətɝ/

Ορισμός και σημασία του "nutter"στα αγγλικά

01

τρελός, παλαβός

a person having wildly irrational or eccentric behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nutters
Παραδείγματα
He ’s the kind of nutter who always gets into trouble without thinking.
Είναι το είδος του τρελού που πάντα μπλέκεται σε μπελάδες χωρίς να σκέφτεται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store