nutcase
nut
ˈnʌt
nat
case
keɪs
keis

Ορισμός και σημασία του "nutcase"στα αγγλικά

01

τρελός, παλαβός

a person described as mentally unstable, irrational, or wildly unpredictable 
nutcase definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nutcases
Παραδείγματα
He started yelling at the ceiling like a complete nutcase. 

Άρχισε να φωνάζει στην οροφή σαν ένας ολοκληρωμένος τρελός.

Λεξικό Δέντρο

nutcase

nut

+

case

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store