Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nutcase
01
τρελός, παλαβός
a person described as mentally unstable, irrational, or wildly unpredictable
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nutcases
Παραδείγματα
She warned me that her cousin was a bit of a nutcase.
Με προειδοποίησε ότι ο ξάδερφός της ήταν λίγο τρελός.
Λεξικό Δέντρο
nutcase
nut
case



























