nursing home
nur
ˈnɜ:
sing
sɪng
sing
home
həʊm
hewm

Ορισμός και σημασία του "nursing home"στα αγγλικά

01

γηροκομείο, οίκος ευγηρίας

a private institute where old people live and are taken care of 
nursing home definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nursing homes
Παραδείγματα
The nursing home offers around-the-clock medical supervision for its residents. 

Το γηροκομείο προσφέρει ιατρική επίβλεψη όλο το εικοσιτετράωρο για τους κατοίκους του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store