nuptial
nup
ˈnəp
ναπ
tial
ʧəl
τσαλ
/nˈʌpʃə‍l/

Ορισμός και σημασία του "nuptial"στα αγγλικά

01

γαμήλιος, συζυγικός

relating to marriage or the wedding ceremony
Παραδείγματα
The photographer captured every special moment of the nuptial celebration, preserving memories that would last a lifetime.
Ο φωτογράφος κατέγραψε κάθε ξεχωριστή στιγμή της γαμήλιας γιορτής, διατηρώντας αναμνήσεις που θα κρατούσαν μια ζωή.

Λεξικό Δέντρο

postnuptial
prenuptial
nuptial
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store