nunnery
nu
ˈnʌ
na
nne
ry
ri
ri
gunnery

Ορισμός και σημασία του "nunnery"στα αγγλικά

01

μοναστήρι, μοναστήρι μοναχών

a building occupied by a group of nuns 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nunneries

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nunnery
nun
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store