Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Accident
01
ατύχημα, περιστατικό
an unexpected and unpleasant event that happens by chance, usually causing damage or injury
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accidents
Παραδείγματα
She had a minor accident in the kitchen and hurt her foot.
Είχε ένα μικρό ατύχημα στην κουζίνα και τραυμάτισε το πόδι της.
02
ατύχημα, σύγκρουση
a situation where vehicles hit each other or a person is hit by a vehicle
Παραδείγματα
The traffic was backed up for miles due to a major accident on the highway.
Η κυκλοφορία ήταν μπλοκαρισμένη για μίλια λόγω ενός μεγάλου ατυχήματος στην εθνική οδό.
03
ατύχημα, συγκυρία
anything that happens suddenly or by chance without an apparent cause
Λεξικό Δέντρο
accidental
accidental
accident



























