Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
numbing
01
μουδιάζων, αναισθητοποιητικός
causing a loss of sensation, emotion, or responsiveness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most numbing
συγκριτικός βαθμός
more numbing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sensation, physiology, emotion
Παραδείγματα
The cold weather had a numbing effect on her fingers and toes.
Ο κρύος καιρός είχε ένα μουδιαστικό αποτέλεσμα στα δάχτυλα και τα δάχτυλα των ποδιών της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
numbing
numb



























