numbing
numb
ˈnʌm
nam
ing
ɪng
ing
hummingcomingbecomingdrumming

Ορισμός και σημασία του "numbing"στα αγγλικά

01

μουδιάζων, αναισθητοποιητικός

causing a loss of sensation, emotion, or responsiveness 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most numbing
συγκριτικός βαθμός
more numbing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cold weather had a numbing effect on her fingers and toes. 

Ο κρύος καιρός είχε ένα μουδιαστικό αποτέλεσμα στα δάχτυλα και τα δάχτυλα των ποδιών της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store