Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
numbing
01
μουδιάζων, αναισθητοποιητικός
causing a loss of sensation, emotion, or responsiveness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most numbing
συγκριτικός βαθμός
more numbing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The repetitive nature of the assembly line work had a numbing effect on the workers.
Η επαναλαμβανόμενη φύση της εργασίας στη γραμμή συναρμολόγησης είχε ένα αναισθητοποιητικό αποτέλεσμα στους εργαζόμενους.
Λεξικό Δέντρο
numbing
numb



























