numbing
numb
ˈnəm
ναμ
ing
ɪng
ινγκ
/nˈʌmɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "numbing"στα αγγλικά

01

μουδιάζων, αναισθητοποιητικός

causing a loss of sensation, emotion, or responsiveness
Παραδείγματα
The repetitive nature of the assembly line work had a numbing effect on the workers.
Η επαναλαμβανόμενη φύση της εργασίας στη γραμμή συναρμολόγησης είχε ένα αναισθητοποιητικό αποτέλεσμα στους εργαζόμενους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store