nude
nude
nju:d
nyood
nudge

Ορισμός και σημασία του "nude"στα αγγλικά

01

γυμνός, αγύμναστος

not having any clothing 
nude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
nudest
συγκριτικός βαθμός
nuder
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, art, body
Παραδείγματα
The art class drew a nude model to practice figure drawing. 

Η τάξη τέχνης ζωγράφισε ένα γυμνό μοντέλο για να εξασκηθεί στο σχέδιο φιγούρας.

01

γυμνό, γυμνή φιγούρα

a naked human figure as the subject of an artistic piece 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nudes
02

γυμνός, άγαλμα γυμνού

a statue of a naked human figure 
03

γυμνός, γυμνό άτομο

a naked person 
04

γυμνός, αγύμναστος

without clothing (especially in the phrase `in the nude') 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nudeness
seminude
nude
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store