nuance
nuance
nju:ɑ:ns
nyooaans
nance

Ορισμός και σημασία του "nuance"στα αγγλικά

01

απόχρωση

a very small and barely noticeable difference in tone, appearance, manner, meaning, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nuances
Παραδείγματα
The actor captured every nuance of the character’s emotions. 

Ο ηθοποιός κατέγραψε κάθε απόχρωση των συναισθημάτων του χαρακτήρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store