Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Notecase
01
πορτοφόλι, θαλάμη εγγράφων
a pocket-size case for holding papers and paper money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
notecases
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
notecase
note
case



























