norther
nor
ˈnɔr
νορ
ther
ðɜr
δερρ
/nˈɔːðɐ/

Ορισμός και σημασία του "norther"στα αγγλικά

01

βόρειος άνεμος, κρύος βόρειος άνεμος

a wind blowing from the north
Παραδείγματα
The farmers watched the norther approach, worried about the damage to their crops.
Οι αγρότες παρακολούθησαν τον βόρειο άνεμο να πλησιάζει, ανησυχώντας για τη ζημιά στις καλλιέργειές τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store