Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Northeastward
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
northeastwards
Παραδείγματα
The winds from the northeastward brought a change in the weather.
Οι άνεμοι από βορειοανατολικά έφεραν μια αλλαγή στον καιρό.
northeastward
01
προς τα βορειοανατολικά, προς τη βορειοανατολική κατεύθυνση
in the direction of the northeast
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
The birds migrated northeastward as the season changed.
Τα πουλιά μετανάστευσαν προς βορειοανατολικά καθώς άλλαζε η εποχή.
northeastward
01
προς βορειοανατολικά, προς την κατεύθυνση βορειοανατολικά
moving or located in the direction of the northeast
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
direction, movement, geography
Παραδείγματα
The airplane took a northeastward flight path toward the mountains.
Το αεροπλάνο πήρε μια πορεία πτήσης προς βορειοανατολικά προς τα βουνά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
northeastward
north
eastward



























