Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to auction
01
πλειστηριάζω, πουλώ σε δημοπρασία
to sell goods or services by putting them up for bidding, allowing potential buyers to offer prices in a competitive process
Transitive: to auction goods or services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
auction
γ΄ ενικό πρόσωπο
auctions
ενεστώτα μετοχή
auctioning
απλός αόριστος
auctioned
παθητική μετοχή
auctioned
Παραδείγματα
The experienced seller auctioned valuable art pieces during a special event.
Ο έμπειρος πωλητής πλειοδότησε πολύτιμα έργα τέχνης κατά τη διάρκεια μιας ειδικής εκδήλωσης.
Auction
01
δημοπρασία, πλειστηριασμός
a public sale in which goods or properties are sold to the person who bids higher
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
auctions
Παραδείγματα
The painting was sold at an auction for a record-breaking price.
Ο πίνακας πωλήθηκε σε δημοπρασία για μια ρεκόρ τιμή.
02
δημοπρασία, πλειστηριασμός
(in bridge) the phase of the game during which players bid competitively to determine the contract
Παραδείγματα
The auction began with a one-heart bid from the dealer.
Ο πλειστηριασμός ξεκίνησε με μια προσφορά ενός κούρ από τον μοιραστή.



























