to auction
Pronunciation
/ˈɑkʃən/, /ˈɔkʃən/

Ορισμός και σημασία του "auction"στα αγγλικά

to auction
01

πλειστηριάζω, πουλώ σε δημοπρασία

to sell goods or services by putting them up for bidding, allowing potential buyers to offer prices in a competitive process
Transitive: to auction goods or services
to auction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
auction
γ΄ ενικό πρόσωπο
auctions
ενεστώτα μετοχή
auctioning
απλός αόριστος
auctioned
παθητική μετοχή
auctioned
Παραδείγματα
The gallery is currently auctioning a collection of rare sculptures.
Η γκαλερί αυτή τη στιγμή δημοπρατεί μια συλλογή σπάνιων γλυπτών.
01

δημοπρασία, πλειστηριασμός

a public sale in which goods or properties are sold to the person who bids higher
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
auctions
Παραδείγματα
The auction house specializes in selling fine art and jewelry.
Το σπίτι δημοπρασιών ειδικεύεται στην πώληση καλών τεχνών και κοσμημάτων.
02

δημοπρασία, πλειστηριασμός

(in bridge) the phase of the game during which players bid competitively to determine the contract
Παραδείγματα
She misread the auction and overbid, resulting in a failed contract.
Διάβασε λάθος την πλειστηριασμό και υπερπλειοδότησε, με αποτέλεσμα να αποτύχει η σύμβαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store