Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noncritical
01
μη κρίσιμος, ασήμαντος
having no crucial or primary importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most noncritical
συγκριτικός βαθμός
more noncritical
διαβαθμίσιμο
02
μη κρίσιμος, ασήμαντος
not critical; not at a point of abrupt change
03
μη κριτικός, απαιτητικός
marked by disregard for critical standards or procedures
Λεξικό Δέντρο
noncritical
critical
critic



























