Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Noncitizen
01
μη πολίτης, αλλοδαπός
a person who is not a legal citizen of the country or city they work or live in
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
noncitizens
Παραδείγματα
Noncitizens may have certain rights and protections under international law.
Οι μη πολίτες μπορεί να έχουν ορισμένα δικαιώματα και προστασίες σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Λεξικό Δέντρο
noncitizen
citizen



























