Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonchalant
01
αδιάφορος, ήρεμος
behaving in an unconcerned and calm manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonchalant
συγκριτικός βαθμός
more nonchalant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nonchalant way he spoke about his recent promotion was unexpected.
Ο αδιάφορος τρόπος που μίλησε για την πρόσφατη προαγωγή του ήταν απροσδόκητος.
Λεξικό Δέντρο
nonchalantly
nonchalant
nonchal



























