Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Attractiveness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
attractivenesses
Παραδείγματα
His attractiveness was evident as soon as he entered the room.
Η γόητρό του ήταν εμφανής μόλις μπήκε στο δωμάτιο.
02
ελκυστικότητα, γοητεία
the quality of arousing interest or drawing attention
Παραδείγματα
The city's attractiveness lies in its rich history.
Η ελκυστικότητα της πόλης βρίσκεται στην πλούσια ιστορία της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unattractiveness
attractiveness
attractive
attract



























