Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attractive
01
ελκυστικός, γοητευτικός
having features or characteristics that are pleasing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most attractive
συγκριτικός βαθμός
more attractive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The professor is not only knowledgeable but also has an attractive way of presenting complex ideas.
Ο καθηγητής δεν είναι μόνο γνώστης αλλά έχει και έναν γοητευτικό τρόπο παρουσίασης πολύπλοκων ιδεών.
02
ελκυστικός, ενδιαφέρων
having power to arouse interest
03
μαγνητικός, ελκυστικός
having the properties of a magnet; the ability to draw or pull
Λεξικό Δέντρο
attractively
attractiveness
unattractive
attractive
attract



























