noiseless
noise
ˈnɔɪz
noyz
less
ləs
lēs
noselessnoisiness

Ορισμός και σημασία του "noiseless"στα αγγλικά

01

ήσυχος, χωρίς θόρυβο

not making or having any noise 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most noiseless
συγκριτικός βαθμός
more noiseless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The street was noiseless at dawn, with not a single car in sight. 

Ο δρόμος ήταν ήσυχος την αυγή, χωρίς ούτε ένα αυτοκίνητο στην οπτική γωνία.

Λεξικό Δέντρο

noiselessly
noiselessness
noiseless
noise
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store