Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nod off
[phrase form: nod]
01
κοιμάμαι για λίγο, κουτουλώ
to unintentionally fall asleep for a short period of time, especially while sitting up
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
nod
ενεστώτας
nod off
γ΄ ενικό πρόσωπο
nods off
ενεστώτα μετοχή
nodding off
απλός αόριστος
nodded off
παθητική μετοχή
nodded off
Παραδείγματα
Sometimes, people nod off while watching a boring movie.
Μερικές φορές, οι άνθρωποι κοιμούνται ενώ βλέπουν μια βαρετή ταινία.



























