nocturne
noc
ˈnɒk
nok
turne
tɜ:n
tēn

Ορισμός και σημασία του "nocturne"στα αγγλικά

01

νυκτέριο

a romantic or dreamy composition written for the piano, dealing with night or evening 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nocturnes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nocturnal
nocturne
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store