Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Attire
01
ενδυμασία, ρούχο
the clothes that someone is wearing for a special occasion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The wedding invitation requested that all guests wear formal attire to the ceremony.
Η πρόσκληση γάμου ζητούσε από όλους τους καλεσμένους να φορέσουν επίσημη ενδυμασία για την τελετή.
to attire
01
ντύνω, στολίζω
to dress oneself or someone else in particular clothes, often for a specific purpose or occasion
Transitive: to attire oneself in particular clothes | to attire sb in particular clothes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
attire
γ΄ ενικό πρόσωπο
attires
ενεστώτα μετοχή
attiring
απλός αόριστος
attired
παθητική μετοχή
attired
Παραδείγματα
She took her time to attire herself in a beautiful gown for the party.
Πήρε το χρόνο της για να ντύσει ένα όμορφο φόρεμα για το πάρτι.



























