Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
no end
01
άπειρα, αμέτρητα
used to emphasize an extremely high or limitless degree of something
Dialect
British
Παραδείγματα
His jokes annoyed me no end.
Τα αστεία του με ενοχλούσαν ατέλειωτα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
άπειρα, αμέτρητα