Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Accession
01
ανάρρηση, προσχώρηση
the action of assuming an important position or title
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accessions
Παραδείγματα
His accession to the throne was marked by elaborate ceremonies and celebrations.
Η ανάρρησή του στο θρόνο σηματοδοτήθηκε από περίτεχνες τελετές και γιορτές.
02
πρόσβαση, εισαγωγή
the right to enter
03
προσχώρηση, συγκατάθεση
agreeing with or consenting to (often unwillingly)
04
προσθήκη, απόκτηση
something added to what you already have
05
προσχώρηση, δικαίωμα προσχώρησης
(civil law) the right to all of that which your property produces whether by growth or improvement
06
προσχώρηση, προσθήκη
a process of increasing by addition (as to a collection or group)
to accession
01
καταγράφω, καταλογογραφώ
to write down and categorize new items that are added to a collection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accession
γ΄ ενικό πρόσωπο
accessions
ενεστώτα μετοχή
accessioning
απλός αόριστος
accessioned
παθητική μετοχή
accessioned
Παραδείγματα
The librarian carefully accessioned the rare manuscripts, entering details like author, publication date, and condition into the library's catalog.
Ο βιβλιοθηκάριος κατέγραψε προσεκτικά τα σπάνια χειρόγραφα, εισάγοντας λεπτομέρειες όπως ο συγγραφέας, η ημερομηνία δημοσίευσης και η κατάσταση στον κατάλογο της βιβλιοθήκης.
Λεξικό Δέντρο
accessional
accession



























