Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
niggardly
01
τσιγκούνης, φιλάργυρος
excessively stingy or miserly, often characterized by an unwillingness to spend or give freely
Παραδείγματα
The government 's niggardly allocation of funds to public education resulted in deteriorating school facilities and limited resources for students.
Η τσιγκούνικη κατανομή κεφαλαίων από την κυβέρνηση για τη δημόσια εκπαίδευση οδήγησε σε επιδεινούμενες σχολικές εγκαταστάσεις και περιορισμένους πόρους για τους μαθητές.
Λεξικό Δέντρο
niggardliness
niggardly
niggardl



























