Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Neuralgia
01
νευραλγία
a stabbing or burning pain along a nerve, often caused by irritation or damage to the nerve
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Trigeminal neuralgia is characterized by sudden, severe facial pain.
Η τριδυμονευραλγία χαρακτηρίζεται από ξαφνικό, έντονο πόνο στο πρόσωπο.
LanGeek



























