Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Networking
01
δικτύωση, δημιουργία επαφών
the act of building and maintaining relationships with people, often for professional or business purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Networking at conferences can help you find new job opportunities.
Το networking σε συνέδρια μπορεί να σας βοηθήσει να βρείτε νέες ευκαιρίες εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
networking
network
net
work



























