Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to attend to
01
φροντίζω, δίνω προσοχή
to pay attention to something and handle it appropriately
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
attend
ενεστώτας
attend to
γ΄ ενικό πρόσωπο
attends to
ενεστώτα μετοχή
attending to
απλός αόριστος
attended to
παθητική μετοχή
attended to
Παραδείγματα
Attend to the urgent emails before starting any new tasks.
Ασχοληθείτε με τα επείγοντα email πριν ξεκινήσετε νέες εργασίες.
02
φροντίζω, διαχειρίζομαι
to be in charge of assisting and managing tasks on behalf of someone else
Παραδείγματα
The housekeeper attends to the cleanliness and order of the hotel rooms.
Ο οικονόμος φροντίζει για την καθαριότητα και τη τάξη των δωματίων του ξενοδοχείου.
03
συμμετέχω σε, παρίσταμαι σε
to participate in an event, meeting, or function
Παραδείγματα
Let's attend to the community meeting for updates.
Ας συμμετάσχουμε στη συνεδρίαση της κοινότητας για ενημερώσεις.



























