Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to negotiate
01
διαπραγματεύομαι, συζητώ
to discuss the terms of an agreement or try to reach one
Transitive: to negotiate an agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
negotiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
negotiates
ενεστώτα μετοχή
negotiating
απλός αόριστος
negotiated
παθητική μετοχή
negotiated
Παραδείγματα
The diplomats spent days negotiating the terms of the peace treaty between the two countries.
Οι διπλωμάτες πέρασαν ημέρες διαπραγματευόμενοι τους όρους της ειρηνευτικής συνθήκης μεταξύ των δύο χωρών.
02
διαπραγματεύομαι, περνώ
to navigate or find a way through an obstacle or path
Transitive: to negotiate an obstacle or path
Παραδείγματα
The hikers negotiated the dense forest, using a map and compass to find their way.
Οι πεζοπόροι διαπραγματεύτηκαν το πυκνό δάσος, χρησιμοποιώντας έναν χάρτη και μια πυξίδα για να βρουν το δρόμο τους.
Λεξικό Δέντρο
negotiation
negotiator
renegotiate
negotiate
negoti



























