Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to negotiate
01
διαπραγματεύομαι, συζητώ
to discuss the terms of an agreement or try to reach one
Transitive: to negotiate an agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
negotiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
negotiates
ενεστώτα μετοχή
negotiating
απλός αόριστος
negotiated
παθητική μετοχή
negotiated
Παραδείγματα
The homebuyers and sellers negotiated the price and terms of the real estate transaction.
Οι αγοραστές και οι πωλητές κατοικιών διαπραγματεύτηκαν την τιμή και τους όρους της ακίνητης περιουσίας.
02
διαπραγματεύομαι, περνώ
to navigate or find a way through an obstacle or path
Transitive: to negotiate an obstacle or path
Παραδείγματα
The delivery driver negotiated the narrow alleyways of the old town to make the delivery on time.
Ο οδηγός παράδοσης διαπραγματεύτηκε τα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης για να κάνει την παράδοση εγκαίρως.
Λεξικό Δέντρο
negotiation
negotiator
renegotiate
negotiate
negoti



























