Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
negotiable
01
διαπραγματεύσιμος, μεταβιβάσιμος
transferable to others in exchange for something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most negotiable
συγκριτικός βαθμός
more negotiable
διαβαθμίσιμο
02
διαπραγματεύσιμος, συζητήσιμος
able to be changed to discussed in order for an agreement to be reached
Παραδείγματα
They agreed to a negotiable timeline for completing the project.
Συμφώνησαν σε ένα διαπραγματεύσιμο χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση του έργου.
03
διαπραγματεύσιμος, μεταβιβάσιμος
capable of being passed or negotiated



























