Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Navel
01
ομφαλός, αφαλός
the elevated or empty part in the middle of the stomach, made by cutting the umbilical cord just after birth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
navels
Παραδείγματα
In some cultures, the navel is considered a sacred symbol representing the connection between mother and child.
Σε μερικούς πολιτισμούς, ο ομφαλός θεωρείται ιερό σύμβολο που αντιπροσωπεύει τη σύνδεση μεταξύ μητέρας και παιδιού.
02
κέντρο, μέση
the central or middle point of something
Παραδείγματα
The fountain stood at the navel of the plaza.
Η βρύση στέκονταν στον ομφαλό της πλατείας.



























