Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nauseated
01
ναυτισμένος, με ναυτία
feeling nausea; feeling about to vomit
02
ναυτιασμένος, αηδιασμένος
feeling strong disgust or revulsion toward something or someone
Παραδείγματα
He looked nauseated when he realized what they'd done.
Φαινόταν ναυτισμένος όταν συνειδητοποίησε τι είχαν κάνει.
Λεξικό Δέντρο
nauseated
nauseate



























