atopic dermatitis
a
ei
to
ˈtɒ
to
pic
ˌpɪk
pik
der
dɜ:
ma
ti
taɪ
tai
tis
tɪs
tis

Ορισμός και σημασία του "atopic dermatitis"στα αγγλικά

Atopic dermatitis
01

ατοπική δερματίτιδα, ατοπικό έκζεμα

a chronic skin condition causing red, itchy rashes often starting in childhood 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
atopic dermatitises
Παραδείγματα
The baby's red, itchy patches were signs of atopic dermatitis. 

Οι κόκκινες, φαγούρες πιτσιλιές του μωρού ήταν σημάδια ατοπικής δερματίτιδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store