Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to narrow down
01
περιορίζω, μειώνω
to decrease the number of possibilities or choices
Transitive: to narrow down a list of options
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
narrow
ενεστώτας
narrow down
γ΄ ενικό πρόσωπο
narrows down
ενεστώτα μετοχή
narrowing down
απλός αόριστος
narrowed down
παθητική μετοχή
narrowed down
Παραδείγματα
Have you narrowed down your preferences for the upcoming event?
Έχετε περιορίσει τις προτιμήσεις σας για την επερχόμενη εκδήλωση;



























