Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Narrative
01
αφήγηση, ιστορία
a story or an account of something especially one that is told in a movie, novel, etc.
Παραδείγματα
He crafted a narrative that seamlessly blended history with fiction.
Δημιούργησε μια αφήγηση που συνδύαζε απρόσκοπτα την ιστορία με τη μυθοπλασία.
1.1
αφήγηση, αφηγηματικό
a way of telling a story or explaining a situation to support a particular view or goal
Παραδείγματα
The company 's marketing campaign built a narrative of sustainability and eco-friendliness.
Η καμπάνια μάρκετινγκ της εταιρείας δημιούργησε μια αφήγηση βιωσιμότητας και φιλικότητας προς το περιβάλλον.
narrative
01
αφηγηματικός, σχετικός με την αφήγηση
relating to or characteristic of the telling of a story
Παραδείγματα
He has a unique narrative voice that distinguishes his work from others.
Έχει μια μοναδική αφηγηματική φωνή που διακρίνει το έργο του από τους άλλους.



























