Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Narrative
01
αφήγηση, ιστορία
a story or an account of something especially one that is told in a movie, novel, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
narratives
Παραδείγματα
The narrative of the film captured the audience's attention from the very beginning.
Η αφήγηση της ταινίας τράβηξε την προσοχή του κοινού από την αρχή.
1.1
αφήγηση, αφηγηματικό
a way of telling a story or explaining a situation to support a particular view or goal
Παραδείγματα
The politician's speech crafted a narrative that highlighted the benefits of the new policy.
Η ομιλία του πολιτικού δημιούργησε μια αφήγηση που τόνισε τα οφέλη της νέας πολιτικής.
narrative
01
αφηγηματικός, σχετικός με την αφήγηση
relating to or characteristic of the telling of a story
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The novel's narrative style made it an engaging read.
Το αφηγηματικό στυλ του μυθιστορήματος το έκανε μια συναρπαστική ανάγνωση.



























