atonality
a
ˌeɪ
ei
to
təʊ
tew
na
ˈnæ
li
li
ty
ti
ti
atonicity

Ορισμός και σημασία του "atonality"στα αγγλικά

01

ατονικότητα, η απουσία κλειδιού

the quality that marks the absence of a key in a musical composition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The composer's bold experimentation with atonality marked a significant departure from traditional harmonic structures. 

Το τολμηρό πείραμα του συνθέτη με την ατονικότητα σήμανε μια σημαντική απόκλιση από τις παραδοσιακές αρμονικές δομές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

atonality
atonal
tone
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store