nappy
na
ˈnæ
ppy
pi
pi
nippy

Ορισμός και σημασία του "nappy"στα αγγλικά

01

πάνες, απορροφητική πάνα

an absorbent garment worn by infants and young children to contain and absorb urine and feces 
Dialectbritish flagBritish
diaperamerican flagAmerican
nappy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nappies
Παραδείγματα
She changed the baby’s nappy after the morning feeding. 

Άλλαξε την πάννα του μωρού μετά το πρωινό ταΐσμα.

01

σγουρός, κατσαράς

having tight curls or kinks in hair 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
nappiest
συγκριτικός βαθμός
nappier
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store