Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Namby-pamby
01
ένας άνοστος αδύναμος που είναι ανόητα συναισθηματικός, ένας ανόητος και συναισθηματικός αδύναμος
an insipid weakling who is foolishly sentimental
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
namby-pambies
namby-pamby
01
αδύναμος, δειλός
weak in willpower, courage or vitality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most namby-pamby
συγκριτικός βαθμός
more namby-pamby
διαβαθμίσιμο



























