Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nab
01
πιάνω, συλλαμβάνω
to catch someone because they are suspected of doing something wrong
Transitive: to nab sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nab
γ΄ ενικό πρόσωπο
nabs
ενεστώτα μετοχή
nabbing
απλός αόριστος
nabbed
παθητική μετοχή
nabbed
Παραδείγματα
The police officer decided to nab the suspect after a brief chase.
Ο αστυνομικός αποφάσισε να πιάσει τον ύποπτο μετά από μια σύντομη καταδίωξη.
02
αρπάζω, κλέβω
to take, grab, or steal something quickly or suddenly
Transitive: to nab sth
Παραδείγματα
He nabbed the last piece of pizza before anyone else could reach it.
Έπιασε το τελευταίο κομμάτι πίτσας πριν προλάβει κάποιος άλλος.



























