Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mystifying
01
μπερδεμένος, μυστηριώδης
causing confusion or making something difficult to explain or understand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mystifying
συγκριτικός βαθμός
more mystifying
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, perception, communication
Παραδείγματα
The mystifying disappearance of the documents left everyone puzzled.
Η μπερδεμένη εξαφάνιση των εγγράφων άφησε όλους σε σύγχυση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mystifying
mystify
myst



























