mystifying
mys
ˈmɪs
μισ
ti
τι
fying
faɪɪng
φαιινγκ

Ορισμός και σημασία του "mystifying"στα αγγλικά

mystifying
01

μπερδεμένος, μυστηριώδης

causing confusion or making something difficult to explain or understand 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mystifying
συγκριτικός βαθμός
more mystifying
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, perception, communication
Παραδείγματα
The mystifying disappearance of the documents left everyone puzzled. 

Η μπερδεμένη εξαφάνιση των εγγράφων άφησε όλους σε σύγχυση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mystifying
mystify
myst
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store