Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
Mx, ένας ουδέτερος γένους τιμητικός τίτλος που χρησιμοποιείται αντί των παραδοσιακών τίτλων όπως ο Κ. ή η Κ.
a gender-neutral honorific title used instead of traditional titles like Mr. or Ms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Mxes
02
ένα μάξγουελ, μονάδα CGS μαγνητικής ροής ίση με τη ροή κάθετη σε μια επιφάνεια 1 τετραγωνικού εκατοστού σε μαγνητικό πεδίο 1 γκάους
a cgs unit of magnetic flux equal to the flux perpendicular to an area of 1 square centimeter in a magnetic field of 1 gauss



























