Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mutually beneficial
01
αμοιβαία ωφέλιμος, ωφέλιμος και για τις δύο πλευρές
creating a positive outcome or value for both sides involved in it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mutually beneficial
συγκριτικός βαθμός
more mutually beneficial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The friendship between the two girls was mutually beneficial, as they supported each other through thick and thin.
Η φιλία μεταξύ των δύο κοριτσιών ήταν αμοιβαία ωφέλιμη, καθώς υποστήριζαν η μία την άλλη στις καλές και στις κακές στιγμές.



























