Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mutually beneficial
/mjˈuːtʃuːəli bˌɛnɪfˈɪʃəl/
mutually beneficial
01
αμοιβαία ωφέλιμος, ωφέλιμος και για τις δύο πλευρές
creating a positive outcome or value for both sides involved in it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mutually beneficial
συγκριτικός βαθμός
more mutually beneficial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The exercise routine was mutually beneficial for the body and the mind, as it improved physical health and mental well-being.
Η ρουτίνα άσκησης ήταν αμοιβαία ωφέλιμη για το σώμα και το μυαλό, καθώς βελτίωνε τη σωματική υγεία και την ψυχική ευεξία.



























