mutilate
mu
ˈmju
μγου
ti
τα
late
ˌleɪt
λειτ
/mjˈuːtɪlˌe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "mutilate"στα αγγλικά

to mutilate
01

ακρωτηριάζω, παραμορφώνω

to cause severe damage or harm
Transitive: to mutilate sb/sth
to mutilate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mutilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
mutilates
ενεστώτα μετοχή
mutilating
απλός αόριστος
mutilated
παθητική μετοχή
mutilated
Παραδείγματα
The soldiers found animals mutilated in the deserted village.
Οι στρατιώτες βρήκαν ζώα καταστραμμένα στην εγκαταλελειμμένη κοινότητα.
02

ακρωτηριάζω, παραμορφώνω

to cause significant harm or damage to something
Transitive: to mutilate sth
Παραδείγματα
The flood mutilated the roads, making travel dangerous.
Η πλημμύρα κατέστρεψε τους δρόμους, κάνοντας τα ταξίδια επικίνδυνα.

Λεξικό Δέντρο

mutilated
mutilation
mutilator
mutilate
mutil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store