Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mutilate
01
ακρωτηριάζω, παραμορφώνω
to cause severe damage or harm
Transitive: to mutilate sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mutilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
mutilates
ενεστώτα μετοχή
mutilating
απλός αόριστος
mutilated
παθητική μετοχή
mutilated
Παραδείγματα
The accident mutilated his arm, leaving lasting scars.
Το ατύχημα κατέστρεψε το χέρι του, αφήνοντας μόνιμες ουλές.
02
ακρωτηριάζω, παραμορφώνω
to cause significant harm or damage to something
Transitive: to mutilate sth
Παραδείγματα
The fire mutilated the building, leaving it unsafe to enter.
Η φωτιά κατέστρεψε το κτίριο, καθιστώντας το επικίνδυνο για είσοδο.



























