to mutilate
mu
ˈmju:
myoo
ti
ti
late
leɪt
leit

Ορισμός και σημασία του "mutilate"στα αγγλικά

to mutilate
01

ακρωτηριάζω, παραμορφώνω

to cause severe damage or harm 
Transitive: to mutilate sb/sth
to mutilate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mutilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
mutilates
ενεστώτα μετοχή
mutilating
απλός αόριστος
mutilated
παθητική μετοχή
mutilated
Παραδείγματα
The accident mutilated his arm, leaving lasting scars. 

Το ατύχημα κατέστρεψε το χέρι του, αφήνοντας μόνιμες ουλές.

02

ακρωτηριάζω, παραμορφώνω

to cause significant harm or damage to something 
Transitive: to mutilate sth
Παραδείγματα
The fire mutilated the building, leaving it unsafe to enter. 

Η φωτιά κατέστρεψε το κτίριο, καθιστώντας το επικίνδυνο για είσοδο.

Λεξικό Δέντρο

mutilated
mutilation
mutilator
mutilate
mutil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store